Οι αγωνίες και οι φόβοι ζουν στο σκοτάδι, εκεί όπου έχουν εκδιωχθεί.
Στερημένα απ’ ο,τιδήποτε άλλο, τρέφονται από το σκοτάδι, την αγωνία και το φόβο.
Μοιάζουν με τέρατα, τρομακτικά κι απαίσια, ξεχασμένα στη χώρα που δεν επισκέπτεται ποτέ κανείς.
Κάπου-κάπου κάποιος μένει άγρυπνος, για διάφορους λόγους, κι αν περιπλανηθεί στο σκοτάδι, μπορεί να τα συναντήσει.
Και τρομάζει. Βλέπει τέρατα που ποτέ του δεν είχε φανταστεί.
Ο φόβος του μπροστά τους τα τρέφει. Η αγωνία του τα δυναμώνει. Μεγαλώνουν μπροστά του, πολλαπλασιάζονται, η μορφή τους γίνεται ακόμη πιο απαίσια.
Μόνη σωτηρία το φως.
Κανείς όμως δεν τολμά να φωτίσει τα σκοτάδια, εκεί όπου κατοικούν οι αγωνίες και οι φόβοι του. Αντί γι’ αυτό, αποφεύγει τα σκοτάδια, ελπίζοντας να μην ξανασυναντήσει τέρατα.
Μόνη σωτηρία η λήθη.
